Ο Μαυροπάνος απορρίφθηκε δύο φορές από την ΑΕΚ
Ο Κωνσταντίνος Μαυροπάνος έφτασε δύο φορές στην πόρτα της ΑΕΚ, δοκιμάστηκε αλλά απορρίφθηκε για διαφορετικούς λόγους… Τώρα το όνομά του ακούγεται για την Ένωση…
Ο Γιάννης Παπαγεωργίου, ο football mentor που εκπαιδεύει και γονείς σε συνέντευξή του στο ΑΠΕ/ΜΠΕ εξηγεί με ποιον τρόπο το κάνει… Γιατί πολλές φορές το όνειρο είναι κοινό κι αυτό δεν βοηθάει το νεαρό επίδοξο ποδοσφαιριστή.
– Τι κάνουν οι γονείς που μπορεί να αγχώσει ένα παιδί και ποιες είναι οι «κόκκινες γραμμές» που βάζετε σε μία συνεργασία;
Κάποιοι γονείς, αρκετοί θα έλεγα, λόγω της άγνοιας που έχουν, αποτελούν τροχοπέδη στην εξέλιξη του παιδιού τους. Καθοδηγώ τους γονείς συμβουλευτικά και κάνω διαχείριση. Βάζω πλάνο. Εντοπίζω ποια είναι τα λάθη στις συμπεριφορά τους, τι λένε στο παιδί τι λένε σε μένα, πώς συμπεριφέρονται στο γήπεδο. Πριν από λίγους μήνες ήμουν σε ένα γήπεδο για να κάνω την πρώτη αξιολόγηση σε ένα παιδί και δίπλα μου καθόταν ο γονέας. Σε μια φάση και τον βλέπω να κάνει νόημα με το χέρι του, να δίνει οδηγίες στο παιδί. Και βλέπω το παιδί να τον κοιτάει. δηλαδή είχε το νου του στην εξέδρα και όχι στο γήπεδο. Αυτό είναι κόκκινη γραμμή . Του είπα ότι δεν θα ξανασχοληθώ αν επαναληφθεί, θα σας απαγορεύσω να πηγαίνετε στο γήπεδο.
Όταν ξεκινάει ένας γονέας και λέει «όχι επειδή είναι γιος μου, αλλά…» και στη συνέχεια να αναλύει τα ποδοσφαιρικά χαρίσματα του παιδιού του, εκεί ανάβουν κόκκινα λαμπάκια!
– Πίσω από αυτή τη συμπεριφορά δεν κρύβεται απλώς η αγάπη ενός γονέα;
Σίγουρα, αλλά δεν κατανοούν ότι πολλές φορές αυτό που κάνουν είναι στην πραγματικότητα να ζητούν λεφτά! Συγνώμη που το λέω ωμά, αλλά πολλές φορές οι γονείς δεν ονειρεύονται το ποδόσφαιρο. Ονειρεύονται το συμβόλαιο. Εγώ δεν κάνω αυτά τα πράγματα. Όταν με ρωτούν, απαντάω: Σας υπόσχομαι με τις γνώσεις μου και τα εργαλεία που έχω, να βελτιώσω το παιδί σας γρήγορα. Η βελτίωση φέρνει την καλή ψυχολογία γιατί στο σύγχρονο ποδόσφαιρο, η ανάπτυξη ενός ποδοσφαιριστή δεν περιορίζεται μόνο στην τεχνική και φυσική προπόνηση όπως όλοι νομίζουν και πλακώνονται στα personal. Βασικούς παράγοντες επιτυχίας αποτελούν η ψυχολογική ενδυνάμωση και η σωστή νοοτροπία.
Όταν συζητάμε αν είναι έτοιμος ένας 16χρονος και 17χρονος παίκτης να παίξει στην πρώτη ομάδα, δεν εννοούμε μόνο τεχνικά. Θα χρειαστεί μυαλό, θράσος, τσαγανό, νοοτροπία. Βλέπε Ταξιάρχης Φούντας, ο οποίος στα 16-17 ήταν στην πρώτη ομάδα της ΑΕΚ.
– Ο Φούντας είναι παίκτης με τον οποίο συνεργαστήκατε;
Και με τον Φούντα και με τον Λιάβα ήλθα για πρώτη φορά σε επαφή μαζί τους πριν κλείσουν τα 15. Συνεργαστήκαμε για περίπου 3 χρόνια και φτάσαμε στους στόχους που θέλαμε. Τον Φούντα τον πήγα στα 15 του για να παίξει στην Κ19 της ΑΕΚ. Αυτή την απόφαση πήραμε σε συνεργασία με τον τότε πρόεδρο Σταύρο Αδαμίδη και τον Ντανιέλ Μπατίστα. Έπρεπε να πάει απευθείας στην Κ19. Πιο πρόσφατα με τον Σωτήρη Κοντούρη με τον οποίο συνεργάστηκα μέχρι τα 19 του και στη συνέχεια πήρε κάποιον μάνατζερ. Εγώ δεν είμαι μάναγερ, δεν υπόσχομαι συμβόλαια, ούτε εθνικές ομάδες. Πιστεύω πολύ στη δουλειά, στο μυαλό.
-Ποια είναι η μεθοδολογία που ακολουθείτε;
Εστιάζω στην ψυχολογία, αυτό είναι το πιο σπουδαίο. Αρχικά να σας πω ότι μπορεί να έχω έρθει σε επαφή με χίλια παιδιά. Και τα χίλια έχουν διαφορετικό πλάνο, διαφορετικούς στόχους δεν μοιάζει καμία περίπτωση με κάποια άλλη. Πρέπει να πείσω το παιδί και το γονιό ότι ο δρόμος της επιτυχίας δεν είναι αυτός που νομίζουν ότι είναι. Είναι άλλος ο δρόμος και θα τον περπατήσουμε μέρα με τη μέρα με πολύ δουλειά.
Διαχειρίζομαι την πίεση αλλά διαχειρίζομαι και την αποτυχία, γιατί πολλά παιδιά φεύγουν από μία ΠΑΕ θεωρούν ότι χάθηκε ο κόσμος. Ένα άλλο παράδειγμα θα σας πω. Ο Μαυροπάνος ήταν 18 ετών στα αζήτητα. Εγώ τον γνώρισα γύρω στα 16. Ο πατέρας του νόμιζε ότι το ιδανικό θα ήταν να πάει στην ΑΕΚ, τον πήγα για δοκιμή, για κάποιους λόγους απορρίφθηκε, ήταν το 2015-16. Μετά που ήμουν επίσημος scout της ΑΕΚ τον πρότεινα πάλι, αλλά κόπηκε ξανά. Ο Μαυροπάνος πήγε στον ΠΑΣ Γιάννινα. Αν έλεγες στον πατέρα του το 2015 να φύγει το παιδί από τον Απόλλωνα για να πάει στα Γιάννινα θα σου έλεγε ότι είσαι τρελός. Κι όμως πήγε σε ένα νέο περιβάλλον, πιο μυαλωμένος, πιο δυνατός, δούλεψε και παίζοντας μόνο 15 παιχνίδια μέσα σε 6 μήνες πάτησε τα ιερά χώματα της Premier League. Μιλάμε για ένα παιδί που δεν είχε παίξει εθνικές, δεν είχε παίξει σε μεγάλη ΠΑΕ, είχε μόνο 15-16 παιχνίδια στο βιογραφικό του.
– Πώς αξιολογείτε έναν παίκτη;
Το πρώτο πράγμα που κάνω, πηγαίνω τον δω ζωντανά σε 2-3 αγώνες. Με την εμπειρία που έχω και έχοντας σπουδάσει παιδαγωγική, κοιτάζω πολύ και το μυαλό τη νοητική του ωριμότητα, την αντίληψη του. Δηλαδή κάνω ένα ψυχολογικό προφίλ κοιτάζοντας τα παιδαγωγικά χαρακτηριστικά. Αυτά θα βοηθήσουν και εμένα και το παιδί στο μέλλον πως να βγαίνουμε τις δύσκολες καταστάσεις.
Θεωρώ ασήμαντο αν ένα παιδάκι παίζει στον Ολυμπιακό ή σε μία μικρή ακαδημία. Το θέμα είναι να δουλεύει σωστά και να υπάρχει ένα διαχειριστικό πλάνο από την ομάδα. Πάντως δεν μπορεί επ’ουδενί να βάζει το πλάνο ο γονέας. Να λέει για παράδειγμα «εμένα ο γιος μου του χρόνου θα πάει στην κ17». Πού το ξέρεις; Μα είναι ο καλύτερος, σου απαντάει. Είναι λάθος γιατί βάζει αυτός τους στόχους αντί για την ομάδα.
– Ποιος ήταν ο βασικός λόγος που σας ώθησε στην απόφαση να ασχοληθείτε με το football mentoring;
Η πιο κρίσιμη ηλικία για την ποδοσφαιρική ανάπτυξη του παιδιού είναι από 10 έως 14 ετών. Φαίνεται ότι δεν γίνεται σοβαρή δουλειά στην Ελλάδα κι αυτό μπορώ να σας το αποδείξω εύκολα, λέγοντας ότι κάθε καλοκαίρι ακόμα και οι ΠΑΕ του big 4 κάνουν δοκιμές σε 15χρονους και 16χρονους. Εσείς δεν λέγεστε ΑΕΚ, Παναθηναϊκός, Ολυμπιακός, ΠΑΟΚ και υποστηρίζετε ότι έχετε φοβερές ακαδημίες; Τότε γιατί παίρνετε παίκτες 16 ετών αντί γι΄αυτούς που έχετε ήδη και εκπαιδεύετε; Από πού τους αντλείτε; Από όλη την Ελλάδα, από τη Φλώρινα και από το Καστελόριζο. Αυτό σημαίνει ότι γίνεται καλύτερη δουλειά εκεί; Όχι φυσικά. Μάλλον τα παιδιά είναι πιο απελευθερωμένα ψυχολογικά. Είναι λίγοι οι προπονητές που εκτός από αξιολόγηση κάνουν και ψυχολογική διάγνωση σε ένα παιδί. Αξιολόγηση μπορεί να κάνει οποιοσδήποτε, να πει «αυτός έχει καλή ντρίπλα και τρέχει γρήγορα». Ποιος, όμως, στέκεται στο ψυχολογικό προφίλ του παιδιού, που σε τελική ανάλυση θα μετρήσει περισσότερο;

